くち

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακόπτω, παρεμβαίνω, ανακατεύομαι, εισβάλλω, χώνω τη μύτη μου σε ξένες υποθέσεις

Παραδείγματα

  • ひとはなしくち

    Μην ανακατεύεσαι στις συζητήσεις των άλλων.

  • かれはいつもわたしたちの計画けいかくくちしてくるので、こまっています。

    Μας ενοχλεί που πάντα παρεμβαίνει στα σχέδιά μας.

  • 彼女かのじょ自分じぶんには関係かんけいないことにもすぐにくちしてしまうため、時々ときどき周囲しゅうい不快ふかいにさせてしまうことがあります。

    Επειδή ανακατεύεται αμέσως και σε πράγματα που δεν την αφορούν, κάποιες φορές κάνει τους γύρω της να νιώθουν άβολα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
口を出す
Παρόν (ευγενικό)
口を出します
Άρνηση (απλή)
口を出さない
Άρνηση (ευγενική)
口を出しません
Παρελθόν (απλό)
口を出した
Παρελθόν (ευγενικό)
口を出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口を出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口を出しませんでした
Τε-μορφή
口を出して
Δυνητική
口を出せる
Προστακτική
口を出せ
Βουλητική
口を出そう
Υποθετική (ば)
口を出せば