くち

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός παίρνω τον λόγο πρώτος, σπάω τη σιωπή
  2. 02 ανοίγω κάτι για πρώτη φορά, ανοίγω (π.χ. ένα βαρέλι), σπάω μια σφραγίδα, ανοίγω παραβιάζοντας

Κλίση

Παρόν (απλό)
口を切る
Παρόν (ευγενικό)
口を切ります
Άρνηση (απλή)
口を切らない
Άρνηση (ευγενική)
口を切りません
Παρελθόν (απλό)
口を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
口を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口を切りませんでした
Τε-μορφή
口を切って
Δυνητική
口を切れる
Προστακτική
口を切れ
Βουλητική
口を切ろう
Υποθετική (ば)
口を切れば