口を合わせる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνεννοούμαι ώστε να μην αλληλοαναιρούμαι στις καταθέσεις μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 口を合わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 口を合わせます
- Άρνηση (απλή)
- 口を合わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 口を合わせません
- Παρελθόν (απλό)
- 口を合わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 口を合わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 口を合わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 口を合わせませんでした
- Τε-μορφή
- 口を合わせて
- Δυνητική
- 口を合わせられる
- Προστακτική
- 口を合わせろ
- Βουλητική
- 口を合わせよう
- Υποθετική (ば)
- 口を合わせれば
- Υποθετική (たら)
- 口を合わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 口を合わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 口を合わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 口を合わせなさい
- Παθητική
- 口を合わせられる
- Αιτιατική
- 口を合わせさせる