くちぬぐ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός υποκρίνομαι την αθωότητα, προσποιούμαι άγνοια
  2. 02 σκουπίζω το στόμα μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
口を拭う
Παρόν (ευγενικό)
口を拭います
Άρνηση (απλή)
口を拭わない
Άρνηση (ευγενική)
口を拭いません
Παρελθόν (απλό)
口を拭った
Παρελθόν (ευγενικό)
口を拭いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口を拭わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口を拭いませんでした
Τε-μορφή
口を拭って
Δυνητική
口を拭える
Προστακτική
口を拭え
Βουλητική
口を拭おう
Υποθετική (ば)
口を拭えば