くちける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μιλάω, καλώ, προσκαλώ
  2. 02 καλώ μια γκέισα ή μια ιερόδουλη να έρθει

Κλίση

Παρόν (απλό)
口を掛ける
Παρόν (ευγενικό)
口を掛けます
Άρνηση (απλή)
口を掛けない
Άρνηση (ευγενική)
口を掛けません
Παρελθόν (απλό)
口を掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
口を掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口を掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口を掛けませんでした
Τε-μορφή
口を掛けて
Δυνητική
口を掛けられる
Προστακτική
口を掛けろ
Βουλητική
口を掛けよう
Υποθετική (ば)
口を掛ければ