口を糊する
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός βγάζω τα προς το ζην με δυσκολία, μετά βίας τα βγάζω πέρα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 口を糊する
- Παρόν (ευγενικό)
- 口を糊します
- Άρνηση (απλή)
- 口を糊しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 口を糊しません
- Παρελθόν (απλό)
- 口を糊した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 口を糊しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 口を糊しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 口を糊しませんでした
- Τε-μορφή
- 口を糊して
- Δυνητική
- 口を糊できる
- Προστακτική
- 口を糊しろ
- Βουλητική
- 口を糊しよう
- Υποθετική (ば)
- 口を糊すれば
- Υποθετική (たら)
- 口を糊したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 口を糊したい
- Απαγορευτική (~な)
- 口を糊するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 口を糊しなさい
- Παθητική
- 口を糊される
- Αιτιατική
- 口を糊させる