くちける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φιλώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
口付ける
Παρόν (ευγενικό)
口付けます
Άρνηση (απλή)
口付けない
Άρνηση (ευγενική)
口付けません
Παρελθόν (απλό)
口付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
口付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口付けませんでした
Τε-μορφή
口付けて
Δυνητική
口付けられる
Προστακτική
口付けろ
Βουλητική
口付けよう
Υποθετική (ば)
口付ければ