口くち出だし

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακατεύομαι, επεμβαίνω, χώνω τη μύτη μου, ανάμιξη, επέμβαση

Παραδείγματα

  • 人ひとのことに口出くちだしするな。

    Μην ανακατεύεσαι στις δουλειές των άλλων.

  • 母はははよく私わたしの意見いけんに口出くちだしします。

    Η μητέρα μου συχνά επεμβαίνει στις επιλογές μου.

  • 彼かれらの喧嘩けんかに余計よけいな口出くちだしはしないほうがいいだろう。

    Είναι καλύτερα να μην ανακατευτούμε άσκοπα στον καβγά τους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
口出しする
Παρόν (ευγενικό)
口出しします
Άρνηση (απλή)
口出ししない
Άρνηση (ευγενική)
口出ししません
Παρελθόν (απλό)
口出しした
Παρελθόν (ευγενικό)
口出ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口出ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口出ししませんでした
Τε-μορφή
口出しして
Δυνητική
口出しできる
Προστακτική
口出ししろ
Βουλητική
口出ししよう
Υποθετική (ば)
口出しすれば