くちがた

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρωχημένο προφορική δέσμευση
  2. 02 παρωχημένο απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών σε άλλους

Κλίση

Παρόν (απλό)
口固めする
Παρόν (ευγενικό)
口固めします
Άρνηση (απλή)
口固めしない
Άρνηση (ευγενική)
口固めしません
Παρελθόν (απλό)
口固めした
Παρελθόν (ευγενικό)
口固めしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口固めしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口固めしませんでした
Τε-μορφή
口固めして
Δυνητική
口固めできる
Προστακτική
口固めしろ
Βουλητική
口固めしよう
Υποθετική (ば)
口固めすれば