くちさびしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νιώθω την ανάγκη να έχω κάτι στο στόμα μου, είτε πρόκειται για φαγητό, τσιγάρο ή άλλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
口寂しい
Παρόν (ευγενικό)
口寂しいです
Άρνηση (απλή)
口寂しくない
Άρνηση (ευγενική)
口寂しくないです
Παρελθόν (απλό)
口寂しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
口寂しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口寂しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口寂しくなかったです
Τε-μορφή
口寂しくて
Υποθετική (ば)
口寂しければ