くち

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίκληση πνεύματος για να του δοθεί φωνή (ειδικά από γυναίκα σαμάνο), πνευματιστική επικοινωνία
  2. 02 γυναίκα μέντιουμ, γυναίκα διαμεσολαβήτρια πνευμάτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
口寄せする
Παρόν (ευγενικό)
口寄せします
Άρνηση (απλή)
口寄せしない
Άρνηση (ευγενική)
口寄せしません
Παρελθόν (απλό)
口寄せした
Παρελθόν (ευγενικό)
口寄せしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口寄せしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口寄せしませんでした
Τε-μορφή
口寄せして
Δυνητική
口寄せできる
Προστακτική
口寄せしろ
Βουλητική
口寄せしよう
Υποθετική (ば)
口寄せすれば