口封じ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φίμωση, εξαναγκασμός κάποιου στη σιωπή (σχετικά με κάτι)
- 02 καθομιλουμένη ευφημισμός εξουδετέρωση κάποιου, δολοφονία κάποιου για να τον εμποδίσει να αποκαλύψει κάτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 口封じする
- Παρόν (ευγενικό)
- 口封じします
- Άρνηση (απλή)
- 口封じしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 口封じしません
- Παρελθόν (απλό)
- 口封じした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 口封じしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 口封じしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 口封じしませんでした
- Τε-μορφή
- 口封じして
- Δυνητική
- 口封じできる
- Προστακτική
- 口封じしろ
- Βουλητική
- 口封じしよう
- Υποθετική (ば)
- 口封じすれば
- Υποθετική (たら)
- 口封じしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 口封じしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 口封じするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 口封じしなさい
- Παθητική
- 口封じされる
- Αιτιατική
- 口封じさせる