口幅ったい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 καυχησιακός, αλαζονικός, υπεροπτικός, θρασύς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 口幅ったい
- Παρόν (ευγενικό)
- 口幅ったいです
- Άρνηση (απλή)
- 口幅ったくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 口幅ったくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 口幅ったかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 口幅ったかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 口幅ったくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 口幅ったくなかったです
- Τε-μορφή
- 口幅ったくて
- Υποθετική (ば)
- 口幅ったければ
- Υποθετική (たら)
- 口幅ったかったら