口数が多い
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 πολυλογάς, φλύαρος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 口数が多い
- Παρόν (ευγενικό)
- 口数が多いです
- Άρνηση (απλή)
- 口数が多くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 口数が多くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 口数が多かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 口数が多かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 口数が多くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 口数が多くなかったです
- Τε-μορφή
- 口数が多くて
- Υποθετική (ば)
- 口数が多ければ
- Υποθετική (たら)
- 口数が多かったら