くち

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γραφή με πινέλο στο στόμα
  2. 02 πρόλογος, εισαγωγή
  3. 03 ένορκη κατάθεση, γραπτή ομολογία (κοινού θνητού κατά την περίοδο Έντο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
口書きする
Παρόν (ευγενικό)
口書きします
Άρνηση (απλή)
口書きしない
Άρνηση (ευγενική)
口書きしません
Παρελθόν (απλό)
口書きした
Παρελθόν (ευγενικό)
口書きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口書きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口書きしませんでした
Τε-μορφή
口書きして
Δυνητική
口書きできる
Προστακτική
口書きしろ
Βουλητική
口書きしよう
Υποθετική (ば)
口書きすれば