口汚い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 βωμολόχος, υβριστικός, κακόγλωσσος
- 02 άπληστος, λαίμαργος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 口汚い
- Παρόν (ευγενικό)
- 口汚いです
- Άρνηση (απλή)
- 口汚くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 口汚くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 口汚かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 口汚かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 口汚くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 口汚くなかったです
- Τε-μορφή
- 口汚くて
- Υποθετική (ば)
- 口汚ければ
- Υποθετική (たら)
- 口汚かったら