口減らし
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 περιορισμός του αριθμού των στομάτων που χρειάζονται σίτιση (ειδικότερα μέσω της αποδοχής υιοθεσίας παιδιών, μαθητείας κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 口減らしする
- Παρόν (ευγενικό)
- 口減らしします
- Άρνηση (απλή)
- 口減らししない
- Άρνηση (ευγενική)
- 口減らししません
- Παρελθόν (απλό)
- 口減らしした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 口減らししました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 口減らししなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 口減らししませんでした
- Τε-μορφή
- 口減らしして
- Δυνητική
- 口減らしできる
- Προστακτική
- 口減らししろ
- Βουλητική
- 口減らししよう
- Υποθετική (ば)
- 口減らしすれば
- Υποθετική (たら)
- 口減らししたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 口減らししたい
- Απαγορευτική (~な)
- 口減らしするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 口減らししなさい
- Παθητική
- 口減らしされる
- Αιτιατική
- 口減らしさせる