くち

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ανοίγω τη συζήτηση, ξεκινώ τις διαδικασίες, ρίχνω την πρώτη τουφεκιά, ξεκινώ μια συνομιλία

Κλίση

Παρόν (απλό)
口火を切る
Παρόν (ευγενικό)
口火を切ります
Άρνηση (απλή)
口火を切らない
Άρνηση (ευγενική)
口火を切りません
Παρελθόν (απλό)
口火を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
口火を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口火を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口火を切りませんでした
Τε-μορφή
口火を切って
Δυνητική
口火を切れる
Προστακτική
口火を切れ
Βουλητική
口火を切ろう
Υποθετική (ば)
口火を切れば