口説き
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ικεσία, παρακλητική έκκληση
- 02 προφορικό μέρος τραγουδιού, προφορική απαγγελία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 口説きする
- Παρόν (ευγενικό)
- 口説きします
- Άρνηση (απλή)
- 口説きしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 口説きしません
- Παρελθόν (απλό)
- 口説きした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 口説きしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 口説きしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 口説きしませんでした
- Τε-μορφή
- 口説きして
- Δυνητική
- 口説きできる
- Προστακτική
- 口説きしろ
- Βουλητική
- 口説きしよう
- Υποθετική (ば)
- 口説きすれば
- Υποθετική (たら)
- 口説きしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 口説きしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 口説きするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 口説きしなさい
- Παθητική
- 口説きされる
- Αιτιατική
- 口説きさせる