口くち走ばしる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεστομίζω, μου ξεφεύγει, λέω κάτι κατά λάθος, αμολάω ασυναρτησίες

Παραδείγματα

  • 彼かれは秘密ひみつを口走くちばしった。

    Εκείνος ξεστόμισε το μυστικό.

  • 疲つかれていたので、変へんなことを口走くちばしってしまった。

    Ήμουν κουρασμένος, οπότε μου ξέφυγε κάτι περίεργο.

  • 酔よった勢いきおいで、余計よけいなことまで口走くちばしってしまい、後あとで大おおいに反省はんせいした。

    Επειδή ήμουν μεθυσμένος, είπα και πράγματα που δεν έπρεπε, και μετά το μετάνιωσα πολύ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
口走る
Παρόν (ευγενικό)
口走ります
Άρνηση (απλή)
口走らない
Άρνηση (ευγενική)
口走りません
Παρελθόν (απλό)
口走った
Παρελθόν (ευγενικό)
口走りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口走らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口走りませんでした
Τε-μορφή
口走って
Δυνητική
口走れる
Προστακτική
口走れ
Βουλητική
口走ろう
Υποθετική (ば)
口走れば