くち

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βιοπορισμός, μέσο επιβίωσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
口過ぎする
Παρόν (ευγενικό)
口過ぎします
Άρνηση (απλή)
口過ぎしない
Άρνηση (ευγενική)
口過ぎしません
Παρελθόν (απλό)
口過ぎした
Παρελθόν (ευγενικό)
口過ぎしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口過ぎしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口過ぎしませんでした
Τε-μορφή
口過ぎして
Δυνητική
口過ぎできる
Προστακτική
口過ぎしろ
Βουλητική
口過ぎしよう
Υποθετική (ば)
口過ぎすれば