古び衰える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μαραίνομαι, παρακμάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 古び衰える
- Παρόν (ευγενικό)
- 古び衰えます
- Άρνηση (απλή)
- 古び衰えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 古び衰えません
- Παρελθόν (απλό)
- 古び衰えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 古び衰えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 古び衰えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 古び衰えませんでした
- Τε-μορφή
- 古び衰えて
- Δυνητική
- 古び衰えられる
- Προστακτική
- 古び衰えろ
- Βουλητική
- 古び衰えよう
- Υποθετική (ば)
- 古び衰えれば
- Υποθετική (たら)
- 古び衰えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 古び衰えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 古び衰えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 古び衰えなさい
- Παθητική
- 古び衰えられる
- Αιτιατική
- 古び衰えさせる