ふるめかしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παλιομοδίτικος, αρχαιοπρεπής, πολυκαιρισμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
古めかしい
Παρόν (ευγενικό)
古めかしいです
Άρνηση (απλή)
古めかしくない
Άρνηση (ευγενική)
古めかしくないです
Παρελθόν (απλό)
古めかしかった
Παρελθόν (ευγενικό)
古めかしかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
古めかしくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
古めかしくなかったです
Τε-μορφή
古めかしくて
Υποθετική (ば)
古めかしければ