ただならない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ασυνήθιστος, σοβαρός
  2. 02 ασύγκριτος

Κλίση

Παρόν (απλό)
只ならない
Παρόν (ευγενικό)
只ならないです
Άρνηση (απλή)
只ならなくない
Άρνηση (ευγενική)
只ならなくないです
Παρελθόν (απλό)
只ならなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
只ならなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
只ならなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
只ならなくなかったです
Τε-μορφή
只ならなくて
Υποθετική (ば)
只ならなければ