召し入れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καλώ κάποιον να εισέλθει
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 召し入れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 召し入れます
- Άρνηση (απλή)
- 召し入れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 召し入れません
- Παρελθόν (απλό)
- 召し入れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 召し入れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 召し入れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 召し入れませんでした
- Τε-μορφή
- 召し入れて
- Δυνητική
- 召し入れられる
- Προστακτική
- 召し入れろ
- Βουλητική
- 召し入れよう
- Υποθετική (ば)
- 召し入れれば
- Υποθετική (たら)
- 召し入れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 召し入れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 召し入れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 召し入れなさい
- Παθητική
- 召し入れられる
- Αιτιατική
- 召し入れさせる