れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω μαζί μου, συνοδεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
召し連れる
Παρόν (ευγενικό)
召し連れます
Άρνηση (απλή)
召し連れない
Άρνηση (ευγενική)
召し連れません
Παρελθόν (απλό)
召し連れた
Παρελθόν (ευγενικό)
召し連れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
召し連れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
召し連れませんでした
Τε-μορφή
召し連れて
Δυνητική
召し連れられる
Προστακτική
召し連れろ
Βουλητική
召し連れよう
Υποθετική (ば)
召し連れれば