召集
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σύγκληση, συγκέντρωση (π.χ. κοινοβουλίου), επιστράτευση (για στρατιωτική θητεία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 召集する
- Παρόν (ευγενικό)
- 召集します
- Άρνηση (απλή)
- 召集しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 召集しません
- Παρελθόν (απλό)
- 召集した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 召集しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 召集しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 召集しませんでした
- Τε-μορφή
- 召集して
- Δυνητική
- 召集できる
- Προστακτική
- 召集しろ
- Βουλητική
- 召集しよう
- Υποθετική (ば)
- 召集すれば
- Υποθετική (たら)
- 召集したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 召集したい
- Απαγορευτική (~な)
- 召集するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 召集しなさい
- Παθητική
- 召集される
- Αιτιατική
- 召集させる