ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οπτικοποίηση (δεδομένων, αποτελεσμάτων, κ.λπ.)
  2. 02 καθιστώ ορατό (κάτι που προηγουμένως δεν ήταν ορατό)
  3. 03 καταγραφή (αστυνομικής ανάκρισης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
可視化する
Παρόν (ευγενικό)
可視化します
Άρνηση (απλή)
可視化しない
Άρνηση (ευγενική)
可視化しません
Παρελθόν (απλό)
可視化した
Παρελθόν (ευγενικό)
可視化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
可視化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
可視化しませんでした
Τε-μορφή
可視化して
Δυνητική
可視化できる
Προστακτική
可視化しろ
Βουλητική
可視化しよう
Υποθετική (ば)
可視化すれば