台詞
ουσιαστικό | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ατάκα, λόγια (σε θεατρικό έργο, ταινία, κόμικ κ.λπ.)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σχόλιο, παρατήρηση, φράση, λόγια
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα κλισέ, κοινοτοπία, τετριμμένη φράση, στερεότυπη φράση
Παραδείγματα
-
この台詞を覚えます。
Θα μάθω απ' έξω αυτή την ατάκα.
-
彼の台詞はいつも心に残ります。
Οι ατάκες του πάντα μου μένουν αξέχαστες.
-
彼がいつも言うあの台詞を聞くと、少しうんざりしますね。
Όταν ακούω πάλι αυτή την ατάκα που λέει συνέχεια, κάπως βαριέμαι, ξέρεις.