叱しかる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μαλώνω, επιπλήττω, κατσαδιάζω, επιπλήττω αυστηρά

Παραδείγματα

  • 先生せんせいは子供こどもを叱しかります。

    Ο δάσκαλος μαλώνει το παιδί.

  • 私わたしは遅刻ちこくしたので、母ははに叱しかられました。

    Επειδή άργησα, η μητέρα μου με μάλωσε.

  • 彼かれは自分じぶんの過あやまちを認みとめようとしなかったので、上司じょうしに厳きびしく叱しかられました。

    Επειδή δεν προσπάθησε να παραδεχτεί το λάθος του, ο προϊστάμενός του τον μάλωσε αυστηρά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
叱る
Παρόν (ευγενικό)
叱ります
Άρνηση (απλή)
叱らない
Άρνηση (ευγενική)
叱りません
Παρελθόν (απλό)
叱った
Παρελθόν (ευγενικό)
叱りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
叱らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
叱りませんでした
Τε-μορφή
叱って
Δυνητική
叱れる
Προστακτική
叱れ
Βουλητική
叱ろう
Υποθετική (ば)
叱れば