しっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίπληξη, αυστηρή παρατήρηση, επιτίμηση
  2. 02 ένθερμη ενθάρρυνση, παρακίνηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
叱咤する
Παρόν (ευγενικό)
叱咤します
Άρνηση (απλή)
叱咤しない
Άρνηση (ευγενική)
叱咤しません
Παρελθόν (απλό)
叱咤した
Παρελθόν (ευγενικό)
叱咤しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
叱咤しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
叱咤しませんでした
Τε-μορφή
叱咤して
Δυνητική
叱咤できる
Προστακτική
叱咤しろ
Βουλητική
叱咤しよう
Υποθετική (ば)
叱咤すれば