みぎがる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρίβω δεξιά, κατευθύνομαι προς τα δεξιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
右に曲がる
Παρόν (ευγενικό)
右に曲がります
Άρνηση (απλή)
右に曲がらない
Άρνηση (ευγενική)
右に曲がりません
Παρελθόν (απλό)
右に曲がった
Παρελθόν (ευγενικό)
右に曲がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
右に曲がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
右に曲がりませんでした
Τε-μορφή
右に曲がって
Δυνητική
右に曲がれる
Προστακτική
右に曲がれ
Βουλητική
右に曲がろう
Υποθετική (ば)
右に曲がれば