みぎへならえ

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στοίχιση δεξιά!
  2. 02 τυφλή μίμηση, ακολουθία του παραδείγματος κάποιου, αντιγραφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
右へならえする
Παρόν (ευγενικό)
右へならえします
Άρνηση (απλή)
右へならえしない
Άρνηση (ευγενική)
右へならえしません
Παρελθόν (απλό)
右へならえした
Παρελθόν (ευγενικό)
右へならえしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
右へならえしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
右へならえしませんでした
Τε-μορφή
右へならえして
Δυνητική
右へならえできる
Προστακτική
右へならえしろ
Βουλητική
右へならえしよう
Υποθετική (ば)
右へならえすれば