右顧左眄
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός αδυναμία λήψης απόφασης λόγω ανησυχίας για τη γνώμη των άλλων, δισταγμός, ταλάντευση, αναποφασιστικότητα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 右顧左眄する
- Παρόν (ευγενικό)
- 右顧左眄します
- Άρνηση (απλή)
- 右顧左眄しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 右顧左眄しません
- Παρελθόν (απλό)
- 右顧左眄した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 右顧左眄しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 右顧左眄しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 右顧左眄しませんでした
- Τε-μορφή
- 右顧左眄して
- Δυνητική
- 右顧左眄できる
- Προστακτική
- 右顧左眄しろ
- Βουλητική
- 右顧左眄しよう
- Υποθετική (ば)
- 右顧左眄すれば
- Υποθετική (たら)
- 右顧左眄したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 右顧左眄したい
- Απαγορευτική (~な)
- 右顧左眄するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 右顧左眄しなさい
- Παθητική
- 右顧左眄される
- Αιτιατική
- 右顧左眄させる