叶かなう

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πραγματοποιούμαι (για όνειρο, ευχή κ.λπ.), εκπληρώνομαι, γίνομαι πραγματικότητα, εισακούομαι (για προσευχή), ανταποδίδεται (για αγάπη)

Παραδείγματα

  • 夢ゆめが叶かなう。

    Ένα όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

  • いつか、私わたしの願ねがいが叶かなうといいな。

    Εύχομαι να πραγματοποιηθεί κάποτε η ευχή μου.

  • 長年ながねん抱いだき続つづけてきた夢ゆめが、ようやく現実げんじつのものとして叶かなう日ひが来きました。

    Η μέρα που το όνειρο που έτρεφα για χρόνια θα γίνει επιτέλους πραγματικότητα, έφτασε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
叶う
Παρόν (ευγενικό)
叶います
Άρνηση (απλή)
叶わない
Άρνηση (ευγενική)
叶いません
Παρελθόν (απλό)
叶った
Παρελθόν (ευγενικό)
叶いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
叶わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
叶いませんでした
Τε-μορφή
叶って
Δυνητική
叶える
Προστακτική
叶え
Βουλητική
叶おう
Υποθετική (ば)
叶えば