ごうする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονομάζω, υιοθετώ ψευδώνυμο ή προσωνύμιο
  2. 02 ανακοινώνω, κομπάζω, διακηρύσσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
号する
Παρόν (ευγενικό)
号します
Άρνηση (απλή)
号しない
Άρνηση (ευγενική)
号しません
Παρελθόν (απλό)
号した
Παρελθόν (ευγενικό)
号しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
号しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
号しませんでした
Τε-μορφή
号して
Δυνητική
号できる
Προστακτική
号しろ
Βουλητική
号しよう
Υποθετική (ば)
号すれば