ごうれいをかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δίνω παράγγελμα (π.χ. με δυνατή φωνή), δίνω διαταγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
号令をかける
Παρόν (ευγενικό)
号令をかけます
Άρνηση (απλή)
号令をかけない
Άρνηση (ευγενική)
号令をかけません
Παρελθόν (απλό)
号令をかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
号令をかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
号令をかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
号令をかけませんでした
Τε-μορφή
号令をかけて
Δυνητική
号令をかけられる
Προστακτική
号令をかけろ
Βουλητική
号令をかけよう
Υποθετική (ば)
号令をかければ