かい

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διεύθυνση συνεδρίασης, προεδρία σε συνάντηση, τέλεση τελετής, προεδρία
  2. 02 πρόεδρος, παρουσιαστής, οικοδεσπότης, συντονιστής, τελετάρχης

Κλίση

Παρόν (απλό)
司会する
Παρόν (ευγενικό)
司会します
Άρνηση (απλή)
司会しない
Άρνηση (ευγενική)
司会しません
Παρελθόν (απλό)
司会した
Παρελθόν (ευγενικό)
司会しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
司会しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
司会しませんでした
Τε-μορφή
司会して
Δυνητική
司会できる
Προστακτική
司会しろ
Βουλητική
司会しよう
Υποθετική (ば)
司会すれば