いの

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη συμμετέχω με χειρονομίες ή επιφωνήματα κατά τη διάρκεια μιας παύσης σε συζήτηση, τραγούδι, κ.λπ., παρεμβάλλω λόγο

Κλίση

Παρόν (απλό)
合いの手を打つ
Παρόν (ευγενικό)
合いの手を打ちます
Άρνηση (απλή)
合いの手を打たない
Άρνηση (ευγενική)
合いの手を打ちません
Παρελθόν (απλό)
合いの手を打った
Παρελθόν (ευγενικό)
合いの手を打ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合いの手を打たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合いの手を打ちませんでした
Τε-μορφή
合いの手を打って
Δυνητική
合いの手を打てる
Προστακτική
合いの手を打て
Βουλητική
合いの手を打とう
Υποθετική (ば)
合いの手を打てば