合わす
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συγχρονίζω (ρυθμό, ταχύτητα, κ.λπ.)
- 02 ενώνω, συνδέω, συνδυάζω, αθροίζω
- 03 αντιμετωπίζω, βρίσκομαι απέναντι από κάποιον
- 04 συγκρίνω, διασταυρώνω
- 05 προκαλώ συνάντηση (π.χ. με μια δυσάρεστη μοίρα)
- 06 τοποθετώ μαζί, συνδέω, επικαλύπτω
- 07 αναμιγνύω, συνδυάζω
- 08 διασταυρώνω λεπίδες, μονομαχώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 合わす
- Παρόν (ευγενικό)
- 合わします
- Άρνηση (απλή)
- 合わさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 合わしません
- Παρελθόν (απλό)
- 合わした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 合わしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 合わさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 合わしませんでした
- Τε-μορφή
- 合わして
- Δυνητική
- 合わせる
- Προστακτική
- 合わせ
- Βουλητική
- 合わそう
- Υποθετική (ば)
- 合わせば
- Υποθετική (たら)
- 合わしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 合わしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 合わすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 合わしなさい
- Παθητική
- 合わされる
- Αιτιατική
- 合わさせる