わせて

άλλο, επίρρημα, σύνδεσμος | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 合わせて, 合せて συνολικά, αθροιστικά, στο σύνολο
  2. 02 ειδικά ως 併せて επιπλέον, συν τοις άλλοις, παράλληλα, ταυτόχρονα