わせるかおがない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νιώθω μεγάλη ντροπή για να αντικρίσω κάποιον, δεν έχω το θάρρος να κοιτάξω κάποιον στα μάτια

Κλίση

Παρόν (απλό)
合わせる顔がない
Παρόν (ευγενικό)
合わせる顔がないです
Άρνηση (απλή)
合わせる顔がなくない
Άρνηση (ευγενική)
合わせる顔がなくないです
Παρελθόν (απλό)
合わせる顔がなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
合わせる顔がなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合わせる顔がなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合わせる顔がなくなかったです
Τε-μορφή
合わせる顔がなくて
Υποθετική (ば)
合わせる顔がなければ