合わせる
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ταιριάζω, συγχρονίζω (ρυθμό, ταχύτητα κ.λπ.)
- 02 ενώνω, συνενώνω, συνδυάζω, αθροίζω
- 03 αντιμετωπίζω, βρίσκομαι απέναντι (σε κάποιον)
- 04 συγκρίνω, ελέγχω
- 05 οδηγώ σε (π.χ. δυσάρεστη μοίρα)
- 06 τοποθετώ μαζί, συνδέω, επικαλύπτω
- 07 αναμειγνύω, συνδυάζω
- 08 συμπλέκομαι, πολεμάω, μάχομαι
Παραδείγματα
-
色を合わせる。
Ταιριάζω τα χρώματα.
-
みんなで力を合わせて、プロジェクトを成功させよう。
Ας ενωθούμε όλοι και ας κάνουμε το project επιτυχημένο.
-
初対面の人と話す時は、相手の雰囲気に合わせることが大切だ。
Όταν μιλάς με κάποιον που συναντάς για πρώτη φορά, είναι σημαντικό να προσαρμόζεσαι στο κλίμα του άλλου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 合わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 合わせます
- Άρνηση (απλή)
- 合わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 合わせません
- Παρελθόν (απλό)
- 合わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 合わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 合わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 合わせませんでした
- Τε-μορφή
- 合わせて
- Δυνητική
- 合わせられる
- Προστακτική
- 合わせろ
- Βουλητική
- 合わせよう
- Υποθετική (ば)
- 合わせれば
- Υποθετική (たら)
- 合わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 合わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 合わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 合わせなさい
- Παθητική
- 合わせられる
- Αιτιατική
- 合わせさせる