わせおこなう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διεξάγω από κοινού, πράττω ταυτόχρονα

Κλίση

Παρόν (απλό)
合わせ行なう
Παρόν (ευγενικό)
合わせ行ないます
Άρνηση (απλή)
合わせ行なわない
Άρνηση (ευγενική)
合わせ行ないません
Παρελθόν (απλό)
合わせ行なった
Παρελθόν (ευγενικό)
合わせ行ないました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合わせ行なわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合わせ行ないませんでした
Τε-μορφή
合わせ行なって
Δυνητική
合わせ行なえる
Προστακτική
合わせ行なえ
Βουλητική
合わせ行なおう
Υποθετική (ば)
合わせ行なえば