ごうコン

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία κοινή παρέα, συνδυαστικό πάρτι, πάρτι γνωριμίας (συνήθως μεταξύ δύο ή περισσότερων ομάδων, π.χ. φοιτητών και φοιτητριών)

Κλίση

Παρόν (απλό)
合コンする
Παρόν (ευγενικό)
合コンします
Άρνηση (απλή)
合コンしない
Άρνηση (ευγενική)
合コンしません
Παρελθόν (απλό)
合コンした
Παρελθόν (ευγενικό)
合コンしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合コンしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合コンしませんでした
Τε-μορφή
合コンして
Δυνητική
合コンできる
Προστακτική
合コンしろ
Βουλητική
合コンしよう
Υποθετική (ば)
合コンすれば