あいはん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημη σφραγίδα, σφραγίδα επικύρωσης, η τοποθέτηση σφραγίδας σε επίσημο έγγραφο
  2. 02 συνυπογραφή ή κοινή σφράγιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
合判する
Παρόν (ευγενικό)
合判します
Άρνηση (απλή)
合判しない
Άρνηση (ευγενική)
合判しません
Παρελθόν (απλό)
合判した
Παρελθόν (ευγενικό)
合判しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合判しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合判しませんでした
Τε-μορφή
合判して
Δυνητική
合判できる
Προστακτική
合判しろ
Βουλητική
合判しよう
Υποθετική (ば)
合判すれば