ごうこく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο έκδοση δύο ή περισσότερων διαφορετικών βιβλίων μαζί ως ένα

Κλίση

Παρόν (απλό)
合刻する
Παρόν (ευγενικό)
合刻します
Άρνηση (απλή)
合刻しない
Άρνηση (ευγενική)
合刻しません
Παρελθόν (απλό)
合刻した
Παρελθόν (ευγενικό)
合刻しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合刻しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合刻しませんでした
Τε-μορφή
合刻して
Δυνητική
合刻できる
Προστακτική
合刻しろ
Βουλητική
合刻しよう
Υποθετική (ば)
合刻すれば