がっしょう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλογικό τραγούδι, ομαδικό τραγούδι, χορωδία
  2. 02 ομαδική ερμηνεία τραγουδιού, χορωδιακό τραγούδι, χορωδία

Κλίση

Παρόν (απλό)
合唱する
Παρόν (ευγενικό)
合唱します
Άρνηση (απλή)
合唱しない
Άρνηση (ευγενική)
合唱しません
Παρελθόν (απλό)
合唱した
Παρελθόν (ευγενικό)
合唱しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合唱しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合唱しませんでした
Τε-μορφή
合唱して
Δυνητική
合唱できる
Προστακτική
合唱しろ
Βουλητική
合唱しよう
Υποθετική (ば)
合唱すれば