合奏
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σύνολο (π.χ. ορχήστρα, μουσικό συγκρότημα δωματίου κ.λπ.), συναυλία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 合奏する
- Παρόν (ευγενικό)
- 合奏します
- Άρνηση (απλή)
- 合奏しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 合奏しません
- Παρελθόν (απλό)
- 合奏した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 合奏しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 合奏しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 合奏しませんでした
- Τε-μορφή
- 合奏して
- Δυνητική
- 合奏できる
- Προστακτική
- 合奏しろ
- Βουλητική
- 合奏しよう
- Υποθετική (ば)
- 合奏すれば
- Υποθετική (たら)
- 合奏したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 合奏したい
- Απαγορευτική (~な)
- 合奏するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 合奏しなさい
- Παθητική
- 合奏される
- Αιτιατική
- 合奏させる