がっしょう

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενώνω τις παλάμες μου σε στάση προσευχής
  2. 02 τριγωνικό πλαίσιο αχυρένιας στέγης
  3. 03 με εκτίμηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
合掌する
Παρόν (ευγενικό)
合掌します
Άρνηση (απλή)
合掌しない
Άρνηση (ευγενική)
合掌しません
Παρελθόν (απλό)
合掌した
Παρελθόν (ευγενικό)
合掌しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合掌しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合掌しませんでした
Τε-μορφή
合掌して
Δυνητική
合掌できる
Προστακτική
合掌しろ
Βουλητική
合掌しよう
Υποθετική (ば)
合掌すれば